Valentine's Special
Ακατάλληλη για άτομα κάτω των 18
Την κρατούσε στα χέρια του, την ώρα που άφηνε την τελευταία της πνοή... Εκεί στο μικρό διαμέρισμα τους στο κέντρο του Maine.
"Κοίτα αγάπη μου, τα άλογα..." της ψιθύρισε κλαίγοντας και της έδειξε το δρόμο έξω από το παράθυρο.
"Ναι, τα άλογα..." του απάντησε εκείνη και τα μάτια της έκλεισαν για πάντα.
Ήταν το όνειρο τους... μια φάρμα με άλογα...
Ένα χρόνο αργότερα...
Δεν ταράχτηκε καθόλου... ή τουλάχιστον δεν έδειξε να ταράζεται...
Μόλις πριν από λίγα δευτερόλεπτα ο γιατρός του είχε ανακοινώσει πως ο όγκος είχε κάνει μετάσταση και ότι η κατάσταση πλέον είναι μη αναστρέψιμη.
Κοίταξε την ακτινογραφία... Σε όλη του την επιφάνεια απλώνονταν μαύρες ρίζες που χώνονταν βαθιά μέσα στον εγκέφαλο...
"Jonathan είσαι καλά;" και η φωνή του γιατρού του ακούστηκε σαν την επαναλαμβανόμενη ηχώ σε έναν γκρεμό, στην κορυφή του οποίου στεκόταν εκείνος.
"Θα φύγω μαζί με τα άλογα..." απάντησε και ο γιατρός έμεινε να τον κοιτάει.
"Υπάρχουν ξέρεις νέες εναλλακτικές θεραπείες..."
"Ευχαριστώ πολύ αλλά θα προτιμήσω να μην τις ακολουθήσω."
Ο Jonathan έφυγε από το ιατρείο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Περπατούσε... κοιτούσε δεξιά και αριστερά.
Δεν υπήρχαν άνθρωποι αλλά ανθρώπινα σώματα που στη θέση του κεφαλιού είχαν κεφάλια αλόγων. Στο δρόμο δεν υπήρχαν αυτοκίνητα αλλά άλογα.
Επέστρεψε στο σπίτι του. Πήρε τη μεσίτρια τηλέφωνο.
"Κα Barker δέχομαι την προσφορά..."
"Ωραία, να κλείσουμε ένα ραντεβού την επόμενη εβδομάδα για τις υπογραφές;"
"Θέλω να γίνει αύριο αυτό... Θέλω να μετακομίσω αύριο..."
Στο υπνοδωμάτιο του ήταν έτοιμες και κλειστές δύο βαλίτσες. Αύριο πρωί πρωί θα έφευγε από την πόλη και θα πήγαινε στα περίχωρα του Maine όπου θα αγόραζε μια μικρή φάρμα με άλογα... Την είχε δει μόνο σε φωτογραφίες και επιπλέον θα ξόδευε τις οικονομίες μιας ζωής αλλά δεν τον ένοιαζε.
Το ίδιο βράδυ όταν έπεσε να κοιμηθεί δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Κοιτούσε επίμονα στο κομοδίνο στα δεξιά του κρεβατιού το πορσελάνινο αλογάκι.
Το είχαν αγοράσει μαζί με τη γυναίκα του σε ένα παλαιοπωλείο. Εκείνος στην αρχή το έβρισκε κακόγουστο αλλά εκείνη το λάτρευε και μετά το λάτρεψε και αυτός.
Τελικά όταν αποκοιμήθηκε είδε ξανά το ίδιο όνειρο που έβλεπε τον τελευταίο καιρό.
Διέσχιζε γυμνός πάνω σε ένα μαύρο άλογο ένα καταπράσινο λιβάδι... Ο ήλιος ήταν φωτεινός.
Η μυρωδιά του χορταριού τρυπούσε τα ρουθούνια του. Μυρωδιά βρεγμένου χορταριού... Έπρεπε να είχε βρέξει πρόσφατα.
Και το άλογο αύξανε διαρκώς την ταχύτητα του μέχρι που ξαφνικά σταμάτησε...
Χλιμίντρισε και σηκώθηκε απότομα στα πίσω του πόδια και παραλίγο να ρίξει στο έδαφος τον Jonathan.
Ο ουρανός σκοτείνιασε και ο ήλιος κρύφτηκε... Το χορτάρι από καταπράσινο έγινε κίτρινο... σαν να είχε καεί.
Τώρα στα ρουθούνια του ήρθε η μυρωδιά της σάπιας σάρκας και της αποσύνθεσης. Κοίταξε το άλογο του... Η λεία επιδερμίδα του είχε γεμίσει πληγές από τις οποίες έτρεχε αίμα...
Ταράχτηκε και έπεσε κάτω... Κοίταξε το κεφάλι του αλόγου... Σάπιζε... Ξαφνικά το άλογο έδειξε τα δόντια του θυμωμένο και όρμηξε στον Jonathan... Τον ποδοπάτησε...
Ο Jonathan έκλεισε τα μάτια του...
Όταν τα άνοιξε διαπίστωσε πως ήταν ξανά στην κρεβατοκάμαρα του... Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο μπάνιο...
Άνοιξε τη βρύση του νιπτήρα με το κεφάλι σκυμμένο προς τα κάτω.
Όταν το σήκωσε κοίταξε στον καθρέφτη και διαπίστωσε πως είχε κεφάλι αλόγου...
Ο Jonathan πετάχτηκε από το κρεβάτι με τον ιδρώτα να στάζει από κάθε σημείο του κορμιού του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι.
Είχε καυλώσει όσο δεν πάει άλλο... Κοίταξε έξω από το παράθυρο... Είχε ξημερώσει...
Το μεσημέρι της ίδιας μέρας έφτασε στη φάρμα. 'Έφτασε κιόλας νωρίτερα απ' όσο υπολόγιζε.
Στην πίσω μεριά του ξύλινου σπιτιού του αγροκτήματος υπήρχε ένα λιβάδι... εκεί περιφραγμένα βρίσκονταν τα άλογα της φάρμας.
"Θα φύγω μαζί με τα άλογα" ψιθύρισε αντικρίζοντας τα. Και το λιβάδι... ήταν σαν αυτό που έβλεπε στον ύπνο του...
Αφού μπήκαν οι απαιτούμενες υπογραφές ο Jonathan μπήκε ξανά στο αμάξι του και πήγε στο κοντινότερο παντοπωλείο. Πήρε δύο εξάδες μπίρες και επέστρεψε.
Όταν νύχτωσε...
Ο Jonathan κάθισε σε μια παλιά ξύλινη πολυθρόνα στην πίσω αυλή. Τα άλογα κινούνταν σαν σκιές μέσα στο σκοτάδι και κάτω από το φως του φεγγαριού.
Καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας δεν τα πλησίασε... θα το έκανε αύριο είχε πει στον εαυτό του.
Βρισκόταν στη μέση της τρίτης μπύρας όταν τον πήρε ο ύπνος...
Τώρα διέσχιζε γυμνός πάνω σε ένα μαύρο άλογο ένα καταπράσινο λιβάδι... Ο ήλιος ήταν φωτεινός.
Η μυρωδιά του χορταριού τρυπούσε τα ρουθούνια του. Μυρωδιά βρεγμένου χορταριού... Έπρεπε να είχε βρέξει πρόσφατα...
Και το άλογο αύξανε διαρκώς την ταχύτητα του μέχρι που ξαφνικά σταμάτησε...
Χλιμίντρισε και σηκώθηκε απότομα στα πίσω του πόδια και παραλίγο να ρίξει στο έδαφος τον Jonathan.
Ο ουρανός σκοτείνιασε και ο ήλιος κρύφτηκε... Το χορτάρι από καταπράσινο έγινε κίτρινο... σαν να είχε καεί.
Τώρα στα ρουθούνια του ήρθε η μυρωδιά της σάπιας σάρκας και της αποσύνθεσης. Κοίταξε το άλογο του... Η λεία επιδερμίδα του είχε γεμίσει πληγές από τις οποίες έτρεχε αίμα...
Ταράχτηκε... Κοίταξε το κεφάλι του αλόγου... Σάπιζε... Και το άλογο ξεκίνησε να τρέχει ξανά αυτή τη φορά σαν μανιασμένο...
Βγήκε από το λιβάδι και συνέχισε να τρέχει μέχρι που πλησίασε έναν γκρεμό... Ο Jonathan προσπάθησε να το σταματήσει αλλά μάταια...
Και βρέθηκαν και οι δυο τους στο κενό...
Ο Jonathan άνοιξε τα μάτια του... Σηκώθηκε από την κουνιστή πολυθρόνα και μπήκε μέσα στο σπίτι... Δε θα έβλεπε ξανά το όνειρο για αρκετές εβδομάδες...
Ήταν ξανά καυλωμένος...
Ο καιρός περνούσε...
Και παρόλο που η αρρώστια επιδεινωνόταν ο Jonathan έδειχνε όλο και καλύτερα. Περιποιούνταν τα άλογα και οι μέρες κυλούσαν ήσυχα.
Και τότε άρχισε να βλέπει ξανά το ίδιο όνειρο...
Μόνο που τώρα ο ήλιος δεν ήταν λαμπερός. Και το λιβάδι δεν ήταν πράσινο. Η ατμόσφαιρα ήταν μουντή και ο ουρανός σκοτεινός από την αρχή.
Δεν καθόταν πάνω στο άλογο αλλά απέναντι του. Το άλογο ήταν ζωντανό και ταυτόχρονα νεκρό. Τα δόντια του ήταν σάπια. Το σώμα του γεμάτο πληγές που αιμορραγούσαν. Η μυρωδιά της αποσύνθεσης ήταν τόσο έντονη. Και ο Jonathan στεκόταν γυμνός απέναντι στο άλογο.
Και ξαφνικά έπεφτε κάτω... όπως πέφτει κάποιος όταν η καρδιά του σταματάει απότομα.
Όταν σηκώθηκε εκείνο το πρωί...
Ο Jonathan βγήκε όπως έκανε πάντα στην πίσω αυλή. Ο καιρός παρόλο που πλησίαζε καλοκαίρι ήταν μουντός, συννεφιασμένος.
Και τότε τα είδε... τα άλογα όλα πεσμένα στο έδαφος νεκρά...
"Θα φύγω μαζί με τα άλογα..." ψιθύρισε... "η στιγμή έφτασε..."
Έφτασε το μεσημέρι και ο Jonathan στεκόταν ακόμα εκεί... Στην πίσω αυλή, να κοιτάει τα νεκρά άλογα.
Μπήκε μέσα στο σπίτι και ετοίμασε ένα πλούσιο γεύμα στον εαυτό του. Έφαγε. Στη συνέχεια έκανε μπάνιο. Έβαλε καθαρά ρούχα.
Ο ήλιος άρχισε να δύει... Εκείνη την εποχή πάντα έδυε νωρίς.
Πήρα μια εξάδα μπύρες από το ψυγείο και κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα στην πίσω αυλή.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν σηκώθηκε από την καρέκλα του.
Οι μπύρες είχαν τελειώσει. Έβγαλε τα ρούχα του και κατευθύνθηκε στο λιβάδι.
Περπάτησε γυμνός κάτω από το φως του φεγγαριού ανάμεσα στα νεκρά άλογα.
Σταμάτησε σε ένα μαύρο... σαν εκείνο που έβλεπε στα όνειρα του.
Το αγκάλιασε και άρχισε να κλαψουρίζει. Και το κλάμα έγινε θρήνος και ουρλιαχτό. Θυμήθηκε τη γυναίκα του τη στιγμή που έκλεινε για πάντα τα μάτια της και μαζί της πέθαινε το μόλις μερικών μηνών αγέννητο παιδί τους.
Εξαντλημένος από το κλάμα, ξάπλωσε δίπλα στο άλογο και αποκοιμήθηκε και "έφυγε μαζί με τα άλογα..."
Το επόμενο πρωινό...
Το νεκρό μαύρο άλογο δίπλα στο οποίο είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο Jonathan άνοιξε τα μάτια του. Ζωντάνεψε για λίγο και χλιμίντρισε... Τώρα πονούσε...
Κάτι συνέβαινε μέσα του... Έβγαλε άλλο ένα χλιμίντρισμα πόνου και από μέσα του βγήκε ένα μικρό πουλάρι. Και το μαύρο άλογο ξεψύχησε για δεύτερη φορά. Και αν το παρατηρούσε κανείς από κοντά θα έλεγε πως έβλεπε δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του.
Το μικρό μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες κατάφερε να σταθεί στα πόδια του. Πλησίασε το άψυχο σώμα του Jonathan και το έγλειψε...
Στάθηκε για λίγο και στη συνέχεια χάθηκε μέσα στο δάσος...
ΤΕΛΟΣTweet This








0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου